images[1]

 

L’Icône

 

Rochers en adoration les vagues

Marchent dans les ténèbres. Asphodèles et narcisses

Qui poussent dans les rêveries des morts

Accompagnent nuages et sommeils

 

J’avance à l’instinct ne sachant quel jour

 

Cela sent la noblesse d’un vieux bois

Ou d’un animal humilié. Bien sûr

C’est par ici que j’ai dû exister ; si vite

Que le jour pointe et je vous retrouve

Tourments sacrés maisons à l’abandon ocre entre les citronniers

Arches, voûtes où j’allais eaux courantes

Où s’est posé le doigt de l’ange ? Que reste-t-il ? Qui à présent ?

 

J’arrive à demi éteint de la ville

Comme de l’église incendiée l’icône

Rouges de feu noirs de démon

Qui dans les rosées du matin peu à peu

                                                                 se dissolvent

Ecaillé, griffé, le mot JE T’AIME encore visible

Le mur ! Et de l’escalier la rambarde elle aussi

De bois brut et lissé par le glissement de tant de mains !

Lourd de vieillesses et de jeunesses à nouveau je monte

Sachant où vont grincer les vieilles planches, et quand

Me fixera la tante Melissini dans son cadre

Et s’il pleuvra demain

 

Sans doute je revendique une chose mienne depuis toujours

Et simplement peut-être une place dans Ce qui vient

Qui est la même chose ; vêtement fait d’un feu froid

Vert de bronze, rouge cerise de la Vierge

 

Debout la main droite sur le cœur

J’ai derrière moi deux ou trois chandeliers

Le petit carré de la fenêtre donnant sur l’orage

Le Lointain de l’Avenir

 

Traduit du grec par Michel Volkovitch

in, « Anthologie de la poésie grecque contemporaine, 1945 – 2000 »

Editions Gallimard (Poésie), 2000

Du même auteur :

Six plus un remords pour le ciel (08/10/2015)

Elégie de Grüningen (23/11/2020)

 

  Το εικόνισμα

 

Ίδιος ο βράχος κι όλο ευσέβεια

περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. Οι ασφόδελοι

και οι νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα

της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους



Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα

μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού

ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια

κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα

που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω



Βάσανά μου ιερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα

λεμονόδεντρα



Τόξα, καμάρες όπου εστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες

Πού ν' άγγιξε άγγελος; Τι να 'μεινε; Ποιος τώρα;



Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη

όπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα

Κόκκινα της φωτιάς και μαύρα του δαιμόνου

που μες στη δρόσο του πρωινού

σιγά σιγά διαλύονται



Ξέφτιος κι όλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ' αγαπώ ευδιάκριτη

επάνω του

ο τοίχος! Και της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη

άβαφη κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία!

Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω

ξέροντας πού το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε

θα με κοιτάξει από το κάδρο της η θεία Μελισσινή

και αν αύριο θα βρέξει



Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ

μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα

που είναι το ίδιο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή

πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας



Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά

πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια

το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα

τα Πέραν και τα Μέλλοντα.