Seferis_4__1_

 

Aveugle

 

Le sommeil est lourd aux matins de décembre

noir comme les eaux de l’ Achéron, sans rêves,

sans mémoire, sans la moindre feuille de laurier.

La veille entaille l’oubli comme la peau qu’on fouette

et l’âme fourvoyée sortant des eaux brandit

des débris de peintures des enfers, danseuse

aux vaines castagnettes, qui titube

talons meurtris par le lourd piétinement

dans l’assemblée engloutie là-bas.

 

Le sommeil est lourd aux matins de décembre.

Chaque année en décembre c’est pire.

Parga* d’abord et puis Syracuse –

ossements des ancêtres déterrés, carrières

pleines de gens épuisés, infirmes, sans souffle

sang acheté sang vendu

sang dispersé comme les enfants d’Œdipe

les enfants d’Œdipe qui sont morts.

 

Rues vides, maisons aux visages grêlés

iconoclastes iconolâtres s’entre-tuant toute la nuit.

Volets barricadés. Dans la chambre

le peu de lumière se cachait dans les coins

comme la colombe aveugle.

                                              Et lui

marchant à tâtons

dans la prairie profonde

voyait l’ombre

derrière la lumière.

 

Décembre 1945

 

*Parga : ville d’Epire. Les Anglais la vendirent à Ali-Pacha en 1819. Ses habitants grecs s’en

allèrent alors en emportant les ossements de leurs ancêtres.

 

Traduit du grec par Michel Volkovitch

in, « Anthologie de la poésie grecque contemporaine, 1945 – 2000 »

Editions Gallimard (Poésie), 2000

Du même auteur :

Hélène / Ελένη (17/09/2015) 

Ephèse / Έφεσος (01/02/2020)

Argo / Αργώ (01/03/2021)

 

 

Τυφλός

 

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη

μαύρος σαν τα νερά του Αχέροντα, χωρίς όνειρα,

χωρίς μνήμη, κι ούτε ένα φυλλαράκι δάφνη.

Ο ξύπνος χαρακώνει τη λησμονιά σαν το μαστιγωμένο δέρμα

κι η παραστρατημένη ψυχή αναδύεται κρατώντας

συντρίμμια από χθόνιες ζωγραφιές, ορχηστρίς

μ’ ανώφελες καστανιέτες, με πόδια που τρεκλίζουν

μωλωπισμένες φτέρνες απ’ τη βαριά ποδοβολή

στην καταποντισμένη σύναξη εκειπέρα.

 

Ο ύπνος είναι βαρύς τα πρωινά του Δεκέμβρη.

Κι ο ένας Δεκέμβρης χειρότερος απ’ τον άλλον.

Τον ένα χρόνο η Πάργα τον άλλο οι Συρακούσες·

κόκαλα των προγόνων ξεχωσμένα, λατομεία

γεμάτα ανθρώπους εξαντλημένους, σακάτηδες, χωρίς πνοή

και το αίμα αγορασμένο και το αίμα πουλημένο

και το αίμα μοιρασμένο σαν τα παιδιά του Οιδίποδα

και τα παιδιά του Οιδίποδα νεκρά.

 

Αδειανοί δρόμοι, βλογιοκομμένα πρόσωπα σπιτιών

εικονολάτρες και εικονομάχοι σφάζουνταν όλη νύχτα

Παραθυρόφυλλα μανταλωμένα. Στην κάμαρα

το λίγο φως χώνουνταν στις γωνιές

σαν το τυφλό περιστέρι.

                                         Κι αυτός

ψηλαφώντας βάδιζε

στο βαθύ λιβάδι

κι έβλεπε σκοτάδι

πίσω από το φως.

 

Δεκέμβρης 1945

 

Poème Précédent en grec :

Stratis Pascalis / Πασχάλης : L’ogre / Ο δράκος (10/09/2018)

Poème suivant en grec :

Titos Patrikios /ΤίτοςΠατρίκιος : Les montagnes /Τα βουνά (09/06/2019)